Αλέκος Ξένος (1912-1995)

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ

"ΑΛΕΚΟΣ ΞΕΝΟΣ (1912-1995)"

(Πρώτη ανάρτηση: ηλεκτρονικό περιοδικό classical music gr, Δεκέμβριος 2008)


Ο Αλέκος Ξένος είναι ένας εκ των δύο σπουδαιότερων Ζακυνθινών συνθετών του εικοστού αιώνα (ο άλλος είναι ο Διονύσιος Βισβάρδης). Το έργο του χαρακτηρίζεται από την επιθυμία έκφρασης του παγκόσμιου και του πανανθρώπινου. Σαν συνθέτης, ναι μεν γνωρίζει καλά τις ρίζες του (ελληνική δημοτική μουσική), είναι ωστόσο πάντα ανοιχτός σε κάθε επιρροή, αφομοιώνοντας αδιάκοπα τα διδάγματα των μεγάλων συνθετών, παλιών και σύγχρονων, πράγμα που του επέτρεπε και η θέση του σαν μουσικός ορχήστρας (στο τρομπόνι).

Η λαχτάρα του για ειρήνη και συναδέλφωση των λαών εκφράζεται συχνά στη μουσική του. Στη Συμφωνία αρ. 1, γνωστή με την επωνυμία "της αντίστασης" (1944-46) αναφέρεται στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. 'Aλλα ορχηστρικά έργα, γράφτηκαν και παίχτηκαν (με εναλλακτικούς τίτλους, εξαιτίας της λογοκρισίας) κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως οι Νέοι Σουλιώτες και ο Τζαβέλας. Στα έργα αυτά χρησιμοποιεί μελωδικό υλικό που παραπέμπει στην Ελληνική Επανάσταση, για να εμψυχώνει τους Έλληνες που τα άκουγαν. Δεν πρέπει ωστόσο να αφήσουμε σε καμιά περίπτωση να εννοηθεί ότι η μουσική του δεν έχει και καλλιτεχνική αξία (εκτός από συμβολική / ηθική).

Για να διαλύσουμε κάθε υπόνοια, ας δούμε τι μεταφέρει ο ίδιος ο συνθέτης (πάντα σεμνότατος) για το δάσκαλό του, Δημήτρη Μητρόπουλο, με τη χαρακτηριστική ζακυνθινή του ντοπιολαλιά (από το ντοκιμαντέρ της Ρένας Χρηστάκη Αλέκος Ξένος - Ο συνθέτης της αντίστασης και της ειρήνης): "Ο Μητρόπουλος ήταν δάσκαλος και φίλος. Το μάθημά του, οι μορφές [μορφολογία της μουσικής] ήτανε ανεπανάληπτο. Ένα μάθημα που το χαιρόσουνα. Ο Μητρόπουλος καθότουνα στο πιάνο για να παίξει το πρώτο θέμα και ξεχνιότανε και έκανε τις δικές του παραλλαγές. Μια άλλη φορά, την παραλλαγή του την έγραψα εγώ και του την έδωσα· με αγκάλιασε και με φίλησε. Γιατί, πραγματικά, τον συγκίνησε".

Μια άλλη μεγάλη φιλία του Ξένου ήταν με τον ποιητή 'Aγγελο Σικελιανό. Ο Ξένος είχε γράψει τα χορικά για την τραγωδία του Σικελιανού Ο θάνατος του Διγενή. Ιδού τι μας μεταφέρει και πάλι ο Ξένος αναφερόμενος στο συμφωνικό του έργο Ο Διγενής δεν πέθανε, αυτή τη φορά από το ραδιοφωνικό αφιέρωμα που του έκανε ο Στέφανος Βασιλειάδης στην εκπομπή του Α΄ προγράμματος της ελληνικής Ραδιοφωνίας Έντεχνη ελληνική μουσική, στις 19/6/1987:
"Σε κάποια στιγμή όμως λέω:
- Γιατί δάσκαλε πρέπει να πεθάνει οπωσδήποτε, ενώ ξέρουμε ότι οι ιδέες αυτές ζουν; Εγώ θα γράψω ένα έργο και θα λέω τα αντίθετα. Ο Διγενής δεν πέθανε.
Αυτός, με αυτή τη φωνή τη στέρεη εκάγχασε".
Παρακάτω ο Ξένος προσθέτει:
"Αυτό το συμφωνικό έργο το έγραψα με μια ευφορία ψυχής, γιατί είναι ένα έργο αισιόδοξο, παρ' όλα αυτά που περάσαμε, τις κακουχίες, τους φόνους, τα κυνηγητά. Έτσι, έχει και τις εικόνες τις τοτινές, αλλά και το καινούργιο, που θέλει να φύγουμε από τα παλιά εκείνα και να τραβήξουμε μπροστά. Ίσως αυτό είναι ρομαντικό? μα υπάρχει ρομαντισμός φυγής και ρομαντισμός προχωρήματος".

Αυτή η αισιόδοξη στάση του Ξένου, κόντρα στις αμέτρητες κακουχίες που και ο ίδιος είχε περάσει, είναι χαρακτηριστική και της Επτανησιακής καταγωγής του. Ας μην ξεχνάμε τον σoλωμικό στίχο για την Ελευθερία: "Φως στο χέρι, φως στο πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως". Ο Ξένος εκφράζει το φως μέσα στο σκοτάδι της ζοφερής εποχής του. Και είναι ελάχιστοι αυτοί που είχαν το ψυχικό σθένος να το κάνουν.

Η δεύτερη συμφωνία του είναι γνωστή με τον υπότιτλο Της ειρήνης, επειδή καταλήγει με το Τραγούδι για την ειρήνη, σε μεταφρασμένη ποίηση του Αριστοφάνη, για γυναικεία χορωδία. Είναι δε σύγχρονη των γεγονότων του 1967 (πραξικόπημα συνταγματαρχών στην Αθήνα).

Ο Ξένος εμπνέεται επίσης από αντίστοιχες αρχαιοελληνικές μορφές, όπως φανερώνουν οι τίτλοι των συμφωνικών του έργων Προμηθέας (1958-9) και Σπάρτακος (1963).

Πέραν των ορχηστρικών έργων ωστόσο, η κύρια παραγωγή του Ξένου αποτελείται από φωνητικά έργα, στα οποία περιλαμβάνονται μερικά από τα αριστουργήματά του, όπως η καντάτα για χορωδία, σολίστ και ορχήστρα Ελεύθεροι πολιορκημένοι σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού, που απετέλεσε έργο ζωής για τον Ξένο (όπως εξάλλου και για το Σολωμό). Η σημασία των έργων αυτών είναι ιδιαίτερη και αναπτύσσεται επαρκώς σε άρθρο του γράφοντος, προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει σε επόμενο τεύχος του περιοδικού Πολύτονο, ως μέρος αφιερώματος στον Αλέκο Ξένο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η προγραμματισμένη συναυλία για τις 29 Ιανουαρίου 2009 στο ωδείο Φίλιππος Νάκας.

Το ενδιαφέρον για τον Αλέκο Ξένο ανανεώθηκε μετά τη δημοσίευση του αναλυτικού καταλόγου έργων του στο τεύχος 18 του περιοδικού Μουσικολογία το 2003. Λογικό βέβαια, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για την ενασχόληση με ένα συνθέτη είναι η γνωριμία με το έργο του. Είναι λυπηρό ότι για τους περισσότερους Έλληνες συνθέτες δεν υπάρχουν επιστημονικά καταρτισμένοι κατάλογοι έργων. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια τα πράγματα έχουν αρχίσει να διορθώνονται, με τη νέα γενιά να ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο για την ιστορία της.

Τα τελευταία χρόνια είχαμε σημαντικές παρουσιάσεις έργων του Ξένου, όπως των περισσοτέρων του τραγουδιών από τον πιανίστα Διονύση Σεμιτέκολο και την τραγουδίστρια Αναστασία Έδεν. Μιλώντας για τα παιδικά τραγούδια του Ξένου, τα περισσότερα από αυτά κυκλοφόρησαν σε βιβλίο (από τις εκδόσεις Τρίμορφο), ενώ η δισκογραφική τους έκδοση (με τους προαναφερθέντες εκτελεστές) είναι επί θύραις.

Πρόσφατα είχαμε επίσης και πολύ σημαντικές δισκογραφήσεις έργων του Ξένου, με δύο σπουδαιότερες αυτήν του έργου Σονάτα για έγχορδα (στο κουτί με δώδεκα CD της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας "Αντίς για όνειρο") και της Δεύτερης συμφωνίας, σε μια ερμηνεία (του Άλκη Παναγιωτόπουλου) που σπάνια απολαμβάνουμε στην ελληνική δισκογραφία (στη σειρά τεσσάρων CD "Έργα για ορχήστρα Ελλήνων μουσουργών"). Από τις παλιότερες εκδόσεις οφείλουμε να αναφέρουμε το CD της Ένωσης Ζακυνθίων "Αλέκου Ξένου - Συμφωνία έργα" (1992), με διεύθυνση του Ευθύμιου Καβαλλιεράτου.

Έντονο, τέλος, είναι και το ερευνητικό ενδιαφέρον για τον Ξένο. Σπουδαιότατο ήταν το αφιέρωμα του περιοδικού Επτανησιακά φύλλα για τα δέκα χρόνια από το θάνατό του (Ζάκυνθος, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2005), ενώ εν εξελίξει είναι και μία διδακτορική διατριβή.

Τα φωνητικά έργα του Αλέκου Ξένου

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ

"ΤΑ ΦΩΝΗΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΞΕΝΟΥ"

(Πρώτη δημοσίευση: Πολύτονον 33, Μάρτιος-Απρίλιος 2008, σελ. 42, στα πλαίσια δίπτυχου μίνι αφιερώματος του περιοδικού στο συνθέτη).

 


Η φωνητική μουσική αποτελεί το κύριο μέρος της δημιουργίας του Αλέκου Ξένου και περιλαμβάνει μερικά από τα σπουδαιότερα από τα έργα που μας άφησε,[1] όπως τα Χορικά - Από την τραγωδία «Ο θάνατος του Διγενή» (σε δύο γραφές: για φωνή και ορχήστρα εγχόρδων / για χορωδία και μικρό σύνολο), τον κύκλο τραγουδιών για φωνή και πιάνο Τα καβαφικά (πάνω σε δώδεκα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη) και την καντάτα για χορωδία, σολίστ και ορχήστρα Ελεύθεροι πολιορκημένοι σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού (τα δύο τελευταία, δυστυχώς, στο μεγαλύτερο μέρος τους χαμένα).

 

Άλλα σημαντικά έργα της κατηγορίας αυτής περιλαμβάνουν τα Τραγούδια για την ειρήνη (σε τρεις γραφές, σε ποίηση αρχαίων και σύγχρονων ποιητών), τα Δεκαπέντε τραγούδια για φωνή και πιάνο, τα Τραγούδια για χορωδία γυναικεία ή ανδρική (δεκαοκτώ στον αριθμό) και, κυρίως, οι τρεις σουίτες για φωνή και ορχήστρα εγχόρδων (όλα σε ποίηση διαφόρων ποιητών, καθώς και σε δημοτική ποίηση).

 

Διόλου ευκαταφρόνητη είναι και η σύνθεση τριών κύκλων τραγουδιών για παιδική χορωδία, σε ποίηση Βασίλη Ρώτα, Χάρη Σακελλαρίου και Γιώργου Μουρέλου αντίστοιχα.[2] Τα παιδικά τραγούδια του Ξένου χρήζουν ιδιαίτερης μνείας γιατί αποτελούν μια ιδιαίτερα ποιοτική συνεισφορά στη συγκεκριμένη φιλολογία. Δίνουν ποικίλα ερεθίσματα στα παιδιά, αντλώντας το υλικό τους από διάφορες πηγές, με κύρια έμπνευση την ελληνική δημοτική μουσική (στο πνεύμα σπουδαίων μουσικοπαιδαγωγικών σχολών, όπως του Κόνταλυ και του Όρφ).

 

Αυτό, εξ άλλου, είναι και γενικότερο χαρακτηριστικό της μουσικής του Ξένου: συνδυάζει πολλές επιρροές, αφομοιώνοντάς τες όμως πάντα σε ένα αρμονικό σύνολο. Ο ίδιος ήταν ανοιχτός σε κάθε επιρροή εφόσον μπορούσε να ενσωματωθεί στη μουσική του γλώσσα. Έχοντας μια διαρκή θητεία σαν μουσικός ορχήστρας, είχε την ευκαιρία να γνωρίζει εκ των έσω και να επηρεάζεται από τους μεγάλους συνθέτες, παλιούς και σύγχρονους, εμπλουτίζοντας αδιάκοπα τα εκφραστικά του μέσα.

 

Μιλώντας πιο συγκεκριμένα για τα φωνητικά του έργα, οι κύριες επιρροές τους εντοπίζονται σε τρία στοιχεία:

- Το κλασικό τραγούδι.

- Τη δημοτική μουσική.

- Το ποιοτικό έντεχνο τραγούδι.

 

Η δημοτική μουσική δηλώνει την παρουσία της με ποικίλους τρόπους, όχι πάντα άμεσα ανιχνεύσιμους. Ο Ξένος ήταν γνώστης των βαθύτερων μηχανισμών της δημοτικής μουσικής, κατ' αντιστοιχία με αυτό που ήταν π.χ. ο Μπάρτοκ για τη δημοτική μουσική της Ουγγαρίας.

 

Αναφορικά με το έντεχνο τραγούδι, γνωστή ήταν η αντίθεση του Ξένου στο ρεμπέτικο, ή πιο σωστά, προς το λεγόμενο «λαϊκό τραγούδι».[3] Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτήν την πολεμική, όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξη που έδωσε στον Παναγιώτη Βενάρδο:[4] «Υπάρχουν πλήθος ελληνικά τραγούδια ποιότητας. Και ο Χατζιδάκις έχει γράψει τραγούδια καλά και ο Θεοδωράκης και ο Σαββόπουλος, και ο Μάνος Λοΐζος και πολλοί άλλοι νεότεροι άξιοι συνθέτες».[5]  Πράγματι, σε πολλά τραγούδια του Ξένου συναντά κανείς κάτι από την αμεσότητα του έντεχνου τραγουδιού, χωρίς ωστόσο ποτέ να χάνεται η κλασική τους βάση.

 

Ο Ξένος δημιουργεί ένα ενιαίο σύνολο από τις παραπάνω επιρροές, καταλήγοντας σε ένα αποτέλεσμα που είναι χαρακτηριστικά δικό του. Αρκεί να έχει κανείς τα αυτιά ανοιχτά για να παρατηρήσει τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες της μουσικής του.

 

Οι ποιητές που μελοποίησε ο Ξένος είναι πολυάριθμοι και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Αρχαίοι Έλληνες (Σαπφώ, Βακχυλίδης, Ευριπίδης, Αριστοφάνης), «κλασικοί» του 19ου αιώνα (Σολωμός, Κάλβος), σύγχρονοι (Σεφέρης, Ρίτσος, Λειβαδίτης), αλλά και δημοτικοί στίχοι. Ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί η σύνθεση τεσσάρων τραγουδιών σε μεταφρασμένη ιαπωνική ποίηση.

 

Αυτό που πρέπει να παρατηρήσουμε ιδιαίτερα εδώ είναι ο σεβασμός με τον οποίο έσκυβε ο Ξένος πάνω από κάθε ποίημα που μελοποίησε, πράγμα που ισχύει ιδιαίτερα για το έργο ζωής του, τους Ελεύθερους πολιορκημένους. Πριν αρχίσει να το καταγράφει στο χαρτί, το προετοίμαζε στο μυαλό του για πολλά χρόνια, όντας σύμφωνος με το σολωμικό πνεύμα των Στοχασμών και της πνευματικής προπαρασκευής πριν τη δημιουργική εργασία.[6] Είχε επισκεφθεί τη Ζάκυνθο ειδικά για να μελετήσει από κοντά τα σολωμικά χειρόγραφα, αλλά και για να κινηθεί στους ίδιους χώρους που έζησε ο Σολωμός. Ο σεβασμός του Ξένου είναι ένα μάθημα για κάθε συνθέτη που μελοποιεί ποίηση.




[1] Για λεπτομέρειες βλ. Διονύσης Μπουκουβάλας, «Κατάλογος έργων Αλέκου Ξένου (1912-1995)», Μουσικολογία 18, Εξάντας, Αθήνα, 2003, σσ. 164-207.

[2] Οι δύο τελευταίοι περιλαμβάνονται στην έκδοση Αλέκος Ξένος - Παιδικά τραγούδια, Σύλλογος δασκάλων και νηπιαγωγών Ζακύνθου «Διονύσιος Σολωμός», Τρίμορφο, Ζάκυνθος, 2006, σε επιμέλεια του γράφοντος και του Διονύση Σεμιτέκολου.

[3] Πιο αναλυτικά για το θέμα αυτό βλ. Διονύσης Μπουκουβάλας, «Σκέψεις με αφορμή τη ζωή και το έργο του Αλέκου Ξένου», Επτανησιακά φύλλα ΚΕ΄ 3-4, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2005, σσ. 605-615, και ιδίως 605-608.

[4] «Κατηγορώ το ρεμπέτικο», Αντί 264, 22 Ιουνίου 1984, σσ. 46-47.

[5] Ό.π., σελ. 46.

[6] Στοιχείο επίσης χαρακτηριστικό του Γιάννη Χρήστου.

Σκέψεις με αφορμή τη ζωή και το έργο του Αλέκου Ξένου

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ

"ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΞΕΝΟΥ"

(Πρώτη δημοσίευση: Επτανησιακά φύλλα ΚΕ΄, 3-4, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2005, σσ. 605-616. Να σημειωθεί ότι ολόκληρο το εν λόγω τεύχος ήταν αφιερωμένο στον Ξένο - το σπουδαιότερο αφιέρωμα που γνωρίζω να του έχει γίνει από περιοδικό).

 

 

Σκοπός του κειμένου αυτού είναι να διορθώσει ορισμένες παρανοήσεις γύρω από τον Αλέκο Ξένο. Πηγή τους, ως συνήθως, η επιφανειακή θεώρηση των πραγμάτων. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν οι αποφθεγματικές δηλώσεις, που σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρει και ο Ντενί Ντε Ρουζμόν, «θα μπορούσαν να παρατεθούν εκτός πλαισίου - ακκόρντα χωρίς κλίμακα - και επί των οποίων κριτικοί και αναγνώστες θα έσπευδαν να εφορμήσουν κραυγάζοντας: "Αποδείξεις!" ή "Σωστό, σωστό!"»[1] Τέτοια περίπτωση αποτελεί η δήλωση του Ξένου: «Κατηγορώ το ρεμπέτικο».[2] Πρώτο μας χρέος είναι να δούμε πιο συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η πολεμική του Ξένου:

« [ ...;] Βλέποντας αυτά τα μουσικά δημιουργήματα, πρέπει να πούμε ότι καμμιά σχέση δεν έχει η εκκλησιαστική μουσική ή το δημοτικό τραγούδι με το ρεμπέτικο, γιατί το καθένα χωριστά εκφράζει διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις και συνθέτουν διαφορετικούς μουσικούς τύπους και χαρακτήρες. Τα πηγαία δημιουργήματα του λαού, αυτά που καθρεφτίζουν τη ζωή σ' όλη της την πληρότητα κι ομορφιά, τα τραγούδια της μαχομένης σκέψης του ελληνικού λαού με τις περήφανες φωνές (Βασίλη κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης / για ν' αποχτήσεις πρόβατα, κοπέλια να δουλεύουν / Μάνα μου εγώ δεν κάθουμε να γίνω νοικοκύρης / και νάμαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους), που μας θυμίζουν μέχρι σήμερα το πατριωτικό μας χρέος, καμμιά συγγένεια δεν έχουν με τα τραγούδια της φυγής [ ...;],που θέλουν να μας κάνουν να "ξεχάσουμε"[3]

Όπως βλέπουμε, το ρεμπέτικο δεν κρίνεται αυτόνομα αλλά αντιπαρατίθεται κυρίως στο δημοτικό τραγούδι. Είναι δε φανερό ότι σημείο της αντιπαράθεσης δεν αποτελεί η ποιότητα αλλά η θεματολογία, και κατ' επέκτασιν το ύφος και το ήθος. Συν τοις άλλοις, στην ερώτηση του Παναγιώτη Βενάρδου: «Είναι όλα τα ρεμπέτικα "μουσικά υποπροϊόντα"; Δεν υπάρχουν ανάμεσά τους και τραγούδια πραγματικά λαϊκά, με αξία;», ο Ξένος απαντά:

«Πολύ λίγα ρεμπέτικα έχουν μια αξία και είναι αυθόρμητα. Θα έλεγα γύρω στα ενενήντα τραγούδια. Αυτά τα λίγα πλησιάζουν την πραγματική ζωή, εκφράζουν ορισμένα συναισθήματα που ζούμε και έχουν ποιότητα[4]

            Η δήλωση αυτή είναι εντυπωσιακή γιατί, κατά κοινή ομολογία, τα ρεμπέτικα δεν ξεπερνάνε σε αριθμό τα εκατό τραγούδια. Εύκολα διαπιστώνει κανείς πως όταν ο Ξένος κάνει λόγο για ρεμπέτικο, στην πραγματικότητα εννοεί αυτό που ονομάζεται «λαϊκό τραγούδι». Το «λαϊκό τραγούδι» απετέλεσε μετεξέλιξη του ρεμπέτικου, φτάνοντας από τους λατινοαμερικάνικους ρυθμούς του Μανώλη Χιώτη μέχρι τα «σκυλάδικα».[5]

            Η άλλη πλευρά της ζυγαριάς περιλαμβάνει, όπως είδαμε, εκτός από τη δημοτική μουσική, την εκκλησιαστική μουσική. Πλάι σ' αυτές, σε άλλο σημείο του ιδίου κειμένου, ο Ξένος προσθέτει και τη λόγια («έντεχνη») μουσική:

            «Τυπικό παράδειγμα είναι η φροντίδα του ραδιοφωνικού σταθμού για την προκήρυξη διαγωνισμού ελαφρών τραγουδιών [ ...;], τη στιγμή που ο λαϊκός μουσικός πολιτισμός, το δημοτικό τραγούδι, δεν προβάλλεται, όπως γίνεται στα άλλα κράτη, αλλά και δεν συλλέγεται και εξαφανίζεται, τη στιγμή που η έντεχνη μουσική δημιουργία βρίσκεται στα συρτάρια των δημιουργών της[6]

            Είναι λοιπόν φανερό ότι η αντιπαράθεση ρεμπέτικου - δημοτικού τραγουδιού είναι ένα σύμβολο της ευρύτερης αντιπαράθεσης κατώτερης - ανώτερης ποιοτικά μουσικής. (Η υποδιαίρεση αυτή είναι βέβαια πολύ γενική και διατυπώνεται έτσι ελλείψει καλύτερων όρων). Σχετικές είναι και οι παρατηρήσεις του σαξοφωνίστα Δημήτρη Βασιλάκη, που ενώ αναφέρονται στη τζαζ, έχουν σαφέστατα γενική ισχύ:

«Η νοοτροπία του μαγαζιού που κυριαρχεί, τα λουλούδια και η εκκωφαντική μουσική, έχουν παίξει τον ρόλο τους ώστε η τζαζ μουσική να μην έχει μεγάλη αποδοχή. Η τζαζ όμως έχει ρυθμό, δύναμη, ζωή. Κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν ότι η τζαζ είναι εγκεφαλική μουσική. Δεν χρειάζεται να είσαι μορφωμένος για να την καταλάβεις. Αλλά για να αλλάξουν τα πράγματα χρειάζεται παιδεία με "Π" κεφαλαίο».[7]

            Υπάρχει ωστόσο ακόμα μία πτυχή της προβληματικής, που ο Ξένος διατυπώνει ως εξής: «Εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος της παραφθοράς που έγινε και γίνεται πάνω στα μοτίβα της λαϊκής μας παράδοσης, που όπως βρίσκονται πάνε να σβήσουνε[8] Η εκτόπιση δηλαδή της παραδοσιακής μουσικής (συγκεκριμένα αυτή τη φορά) από το «λαϊκό τραγούδι».

Στα Επτάνησα αυτό συμβολίζεται με την εκτόπιση του μαντολίνου από το μπουζούκι. Οι αιτίες αυτής της αλλαγής είναι προφανείς: «[ ...;] Για τουριστικούς σκοπούς. Μάλιστα τα πιο πολλά κέντρα γράφουν στις ταμπέλες τους "Ζακυνθινές καντάδες" και μέσα παίζουν τσιφτετέλια[9]

Χαρακτηριστικά και τα λόγια του Γιάννη Βίτσου: «Μετατρέψαμε ιστορικούς χώρους σε "σκυλάδικα". "Ασελγήσαμε" με την τραγουδιστική μας παράδοση παρουσιάζοντάς την στους ξένους επισκέπτες "όπως όπως", ή με το "Είσαι το λιμάνι μου" σαν καντάδα ζακυνθινή και τόσα άλλα ακατανόμαστα. Και όλα αυτά από καθαρή κερδοσκοπική μανία. Θυσία τα πάντα για το χρήμα! Γι' αυτό αν δεν σπεύσουμε, σε λίγα χρόνια σε τίποτα δε θα διαφέρουμε από μια κωμόπολη της απέναντι ακτής[10]

            Η απώλεια της μουσικής ταυτότητας των Επτανήσων είναι σύμπτωμα της γενικότερης αλλοίωσης του πολιτισμού αυτού· των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, «που όπως βρίσκονται πάνε να σβήσουνε».

 

* * *

 

Από τα παραπάνω γεννιέται το ερώτημα: Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του Επτανησιακού πολιτισμού; Και, συνακόλουθα, ποια είναι τα στοιχεία που κάνουν τον Ξένο ζακυνθινό συνθέτη;

            Κύριο χαρακτηριστικό του Επτανησιακού πολιτισμού (και ως εκ τούτου και της ζακυνθινής μουσικής) είναι ο ρομαντισμός, με τη συγκεκριμένη ιστορικά οροθετημένη έννοιά του. Η συνήθης παρανόηση του ρομαντισμού έγκειται στην υπεραπλουστευμένη αντίληψή του ως απλού ερωτισμού. Αλλά ο ρομαντισμός είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Το δρόμο μας δείχνει και πάλι ο Ξένος (αναφερόμενος στο συμφωνικό του ποίημα Ο Διγενής δεν πέθανε του 1952):

«Αυτό το συμφωνικό έργο το έγραψα με μία ευφορία ψυχής, γιατί είναι ένα έργο αισιόδοξο, [ ...;] παρ' όλα αυτά που περάσαμε, τις κακουχίες, τους φόνους, τα κυνηγητά. Έτσι [ ...;] έχει και τις εικόνες τις τοτινές, αλλά και το καινούργιο, που θέλει να φύγουμε από τα παλιά εκείνα και να τραβήξουμε μπροστά. Ίσως αυτό είναι ρομαντικό· μα υπάρχει ρομαντισμός φυγής και ρομαντισμός προχωρήματος[11]

            Η λέξη κλειδί εδώ είναι: Ηρωισμός. Για να βεβαιωθούμε, αρκεί να ανατρέξουμε στον σπουδαιότερο εκπρόσωπο του Επτανησιακού πολιτισμού, το Διονύσιο Σολωμό. Και τι καλύτερο παράδειγμα από το έργο ζωής του Σολωμού, τους Ελεύθερους πολιορκημένους. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι η μελοποίηση του έργου αυτού απετέλεσε έργο ζωής και για τον Ξένο.

            Όσο για την άλλη πτυχή του ρομαντισμού, τον ερωτισμό, είναι και αυτός πανταχού παρόν στο έργο του Ξένου. Συνήθως με έναν βαθύ λυρισμό (όπως στην πρώτη ενότητα του Διγενή).[12] Άλλοτε πιο εξωστρεφώς (όπως στο μεσαίο τμήμα του έργου Χορός - Τραγούδι). Εξάλλου, ένας από τους πέντε κύκλους στους οποίους χώρισε τα τραγούδια του ο Ξένος στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν Για την Αγάπη.[13] Πλάι σ' αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα Τραγούδια της αγάπης - Σουίτα πρώτη για φωνή και έγχορδα.[14]

            Ως γνήσιος επτανήσιος, επίσης, ο Ξένος ήταν ανοιχτός σε κάθε επιρροή, εφόσον ταίριαζε στην ψυχοσύνθεσή του.[15] Έτσι η μουσική του γλώσσα πλούτιζε συνεχώς.[16] Ένας σημερινός συνθέτης δεν μπορεί να γράφει σαν τον Καρρέρ ή το Σαμάρα.[17] Καθένας πρέπει ωστόσο να τους μιμείται στο εξής: Όπως αυτοί ήταν ευρωπαίοι δημιουργοί, έτσι πρέπει να αφομοιώνουμε ό,τι μας ταιριάζει από την παγκόσμια τέχνη.

Το επτανησιακό πνεύμα είναι λοιπόν διάχυτο σε όλα τα έργα του Ξένου. Μερικά έργα ωστόσο έχουν ιδιαίτερη σχέση με τη Ζάκυνθο.

Κατ' αρχήν υπάρχουν πρωτότυπα έργα του Ξένου, που παραπέμπουν υφολογικά στη ζακυνθινή μουσική παράδοση: Η διωδία Ζάκυνθος, σε ποίηση Γιάννη Ριζόπουλου ("Αθήνα, 1/6/1951"), "για πρίμο - σεκόντο[18] και πιάνο". Οι τέσσερις γραφές του έργου Φαντασία ή Νοσταλγία:Φαντασία, για πιάνο. Φαντασία, για τσέλο. Νοσταλγία ή Φαντασία, για βιολί. Νοσταλγία, για μαντολίνο.[19] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα θέμα της μουσικής για το θεατρικό έργο του Σπύρου Μελά Ρήγας Βελεστινλής (1962, για ορχήστρα δωματίου και χορό), που θυμίζει έντονα ζακυνθινή εκκλησιαστική μουσική. Το ίδιο θέμα χρησιμοποιήθηκε και στο συμφωνικό ποίημα Κύπρος, Ελλάδα μας (1964).

Έπειτα υπάρχουν έργα που επεξεργάζονται συγκεκριμένες παραδοσιακές ζακυνθινές μελωδίες: Οι δύο εκδοχές του έργου Στη βρύση: Για φωνή και ορχήστρα εγχόρδων. Για γυναικεία χορωδία με σόλο μέτζο σοπράνο.[20] Σημαντικότερη περίπτωση αποτελεί το έργο Χορός - Τραγούδι, που υπάρχει σε πέντε διαφορετικές γραφές (περισσότερες από κάθε άλλο έργο του Ξένου): Για βιολοντσέλο και πιάνο (1946). Για φλάουτο και άρπα (ή βιολί και πιάνο). Για πιάνο σόλο. Για δύο πιάνα (1985). Για τενόρο (στο «τραγούδι») και ορχήστρα εγχόρδων, ως έκτο (τελευταίο) μέρος του κύκλου Τραγούδια της αγάπης - Σουίτα πρώτη για φωνή και έγχορδα. Εκτενείς πληροφορίες για το έργο αυτό μπορεί να βρει κανείς στο «Παράρτημα 4» του καταλόγου έργων του Ξένου,[21] απ' όπου και τα παρακάτω στοιχεία:

«[Αλέκος Ξένος] "Η σύνθεση Χορός - Τραγούδι είναι μέρος από τη σουίτα Χοροί και τραγούδια της Ζάκυνθος. Γράφτηκε το 1946 για βιολοντσέλο και πιάνο. Σ' αυτό το έργο ο συνθέτης επηρεάζεται από τη λαϊκή μουσική της πατρίδας του."

Σύμφωνα με τον Ξένο, το υλικό για την παραπάνω σουίτα μαζεύτηκε στη Ζάκυνθο το 1946-7. Τελικά ο Χορός - Τραγούδι είναι το μόνο μέρος που πρόλαβε να γράψει[22]

Ο «χορός» είναι ο γνωστός Λεβαντίνικος (συρτός ζακυνθινός).[23] Το «τραγούδι» είναι μια Αρέκια.[24] Παρατηρούμε εδώ τη συνύπαρξη ενός αγροτικού (Λεβαντίνικος) και ενός αστικού (Αρέκια) παραδοσιακού είδους στο ίδιο έργο. Χαρακτηριστική της Ζακύνθου και του Ξένου.

            Σημαντικότατη εδώ είναι η διάσωση της μελωδίας της αρέκιας, καθώς οι καταγεγραμμένες αρέκιες είναι ελάχιστες. Η ακριβής μελωδία σώζεται στην εκδοχή για τενόρο και ορχήστρα εγχόρδων, μαζί με τα λόγια (βλ. εικόνα 1). Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η (ανεξάρτητη) καταγραφή μιας άλλης αρέκιας (εικόνα 2). Οι δύο αυτές καταγραμμένες αρέκιες, άγνωστες σήμερα, συνιστούν σπουδαίο διασωστικό έργο εκ μέρους του Ξένου.

            Σημαντικές, τέλος, είναι και οι μελοποιήσεις ζακυνθινών ποιητών από τον Ξένο· μελοποιήσεις που φανερώνουν βαθιά κατανόηση του εκάστοτε ποιήματος. Το κείμενο του Γιάννη Πομόνη-Τζαγκλαρά που δημοσιεύεται σε άλλο σημείο του παρόντος αφιερώματος περιγράφει τον υποδειγματικό σεβασμό με τον οποίο έσκυψε ο Ξένος στους Ελεύθερους πολιορκημένους για να τους μελοποιήσει.[25] Αποτέλεσμα, η ομώνυμη καντάτα για διπλή χορωδία, σολίστ, αφηγητή και μεγάλη ορχήστρα (1968-1978).[26] Ο Ξένος μας άφησε επίσης μια μελοποίηση της ωδής Εις μούσας του Ανδρέα Κάλβου (1960), για φωνή και άρπα (ή πιάνο).

 

* * *

 

            Τελειώνοντας, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ένας δημιουργός κρίνεται από το έργο του. Φυσικά η σκέψη του είναι επίσης σημαντική. Αλλά ενώ η αξία του έργου είναι απόλυτη, η σκέψη μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Ο Κ. Πορφύρης, γνωρίζοντας αυτό, όταν οργάνωνε την Πρώτη Συνάντηση Λαϊκού-Μεσαιωνικού Θεάτρου «κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την προβολή της, [ ...;] ως υπόθεσης συλλογικής και πανζακυνθιακής, επιδιώκοντας και ενθαρρύνοντας τη συνεργασία με ολόκληρο το πολιτικό-ιδεολογικό φάσμα, χωρίς διακρίσεις και ανόητους αποκλεισμούς».[27] Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμά του.



[1] Ντενί Ντε Ρουζμόν, Ο έρως και η δύση, μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, Ίνδικτος, Αθήνα, 2002, σελ. 135.

[2] Βλέπε την ομώνυμη συνέντευξη του Ξένου στον Παναγιώτη Βενάρδο, Αντί 264, 22 Ιουνίου 1984, σσ. 46-47.

[3] Για την ελληνική μουσική, Μίκης Θεοδωράκης (επιμ.), Επιθεώρηση τέχνης, Αθήνα, 1961, σελ. 218 (αναδημοσίευση άρθρου του Αλέκου Ξένου από την εφημερίδα Αυγή της 24ης Μαρτίου 1960).

[4] Παναγιώτη Βενάρδου, «Κατηγορώ το ρεμπέτικο», Αντί 264, 22 Ιουνίου 1984, σελ. 46.

[5] Η ονομασία «λαϊκό τραγούδι» δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο Ξένος παρατηρεί: «Οι καινούργιοι υποστηρικτές του ρεμπέτικου και γιατί ηχούσε άσχημα στο λαό μας και δεν ήταν εύκολη η διάδοσή του και για λόγους τουριστικούς [ ...;] τα ονόμασαν "λαϊκά".» (Για την ελληνική μουσική, ό.π, σελ. 216).

[6] Για την ελληνική μουσική, ό.π, σελ. 219.

[7] Το Βήμα, Κυριακή 14 Αυγούστου 2005, σελ. 31.

[8] Για την ελληνική μουσική, ό.π.

[9] Απάντηση του νεαρού τότε Στράτου Βοζαΐτη σε ερώτηση του Διονύση Βίτσου για τη ζακυνθινή μουσική παράδοση (Περίπλους 2, Ζάκυνθος, καλοκαίρι 1984, σσ. 87-88).

[10] Περίπλους 20, Ζάκυνθος, χειμώνας 1989, σελ. 288.

[11] Διονύσης Μπουκουβάλας, «Κατάλογος έργων Αλέκου Ξένου (1912-1995)», Μουσικολογία 18, Εξάντας, Αθήνα, 2003, σελ. 201 (παράθεμα από τη ραδιοφωνική εκπομπή του Στέφανου Βασιλειάδη «Έντεχνη Ελληνική Μουσική», Α΄ πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας , 19-6-1987).

[12] Χαρακτηριστική η συνύπαρξη ηρωισμού και ερωτισμού.

[13] Ο τρίτος κύκλος. Οι άλλοι τέσσερις, με τη σειρά: Για την Ειρήνη, για την Αντίσταση, της Ζωής, Εργατικά (ό.π, σσ. 206-7).

[14] Ό.π, σσ. 173-4.

[15] Ο Επτανησιακός πολιτισμός εξάλλου γεννήθηκε μέσα από τη μίξη ετερόκλητων στοιχείων· μέσα από τη συμβίωση διαφορετικών ανθρώπων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μουσικός πλουραλισμός της Ζακύνθου: Λόγια μουσική, ζακυνθινή εκκλησιαστική μουσική, αστική λαϊκή μουσική (αρέκιες, τετράφωνα, καντάδες, κάλαντα), έντεχνη λαϊκή μουσική (διωδίες), αγροτικά τραγούδια, ταμπουρλονιάκαρα (ταμπούρλο και νιάκαρα (ζουρνάς) στις ορεινές περιοχές του νησιού).

[16] Άριστο παράδειγμα αποτελούν τα τραγούδια του Ξένου, τα οποία συνδυάζουν αρμονικά, στοιχεία από το κλασικό τραγούδι, από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από το ποιοτικό ελαφρό τραγούδι, το οποίο εκτιμούσε ο Ξένος («Υπάρχουν πλήθος ελληνικά τραγούδια ποιότητας. Και ο Χατζιδάκις έχει γράψει τραγούδια καλά και ο Θεοδωράκης και ο Σαββόπουλος, και ο Μάνος Λοΐζος και πολλοί άλλοι νεότεροι άξιοι συνθέτες». «Κατηγορώ το ρεμπέτικο», ό.π, σελ. 47).

[17] Όπως έλεγε και ο Γιάννης Χρήστου: «Η πεισματική μεταφύτευση της αισθητικής μιας εποχής σε μια άλλη ή της μιας γενεάς σε μιαν άλλη γενεά, όχι μόνο είναι μάταιη και δίχως κύρος, αλλ' αποτελεί και μια δήλωση πνευματικής χρεωκοπίας» (Εποχές 34, Φεβρουάριος 1966, σελ. 146, αναδημοσίευση στο Anna - Martine Lucciano, Γιάννης Χρήστου - Έργο και προσωπικότητα ενός έλληνα συνθέτη της εποχής μας, Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα, 1987, μετάφραση Γιώργος Λεωτσάκος, σελ. 161).

[18] = Primo - Secondo = πρώτο - δεύτερο (εννοείται) τενόρο.

[19] Η εκδοχή για μαντολίνο γράφτηκε για τον διεθνούς φήμης ζακυνθινό μαντολινίστα Δημήτρη Μαρίνο και συμπεριλήφθηκε στο δίσκο του 1987 Του μαντολίνου (σε επιμέλεια Δημήτρη Λάγιου), με τίτλο, εκεί, Νοσταλγία για την Ιθάκη.

[20] Η μελωδία καταγράφεται στο Zanteτου Ludwig Salvator (Druckund Verlag, von Heinrich Mercy Sohn, Prag, 1904, Allgemeine Theil, σελ. 399) με τους στίχους (ό.π. σελ. 400) να αρχίζουν ως εξής: «Όρκο τση κάμω τση μικρής, όρκο τση μαυρομάτας». Το τραγούδι ηχογραφήθηκε και στο δίσκο Λαϊκά τραγούδια της Ζάκυνθος (επιμέλεια Δημήτρη Λάγιου, 1983), με τίτλο Η απαρνημένη.

[21] «Κατάλογος έργων Αλέκου Ξένου (1912-1995)», ό.π, σσ. 201-203.

[22] Ό.π, σελ. 201.

[23] Βλέπε τους δίσκους Τραγούδια των Επτανήσων, Σίμων Καράς (επιμ.), Σύλλογος προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής (1979 - SDNM 115), και Λαϊκά τραγούδια της Ζάκυνθος, Δημήτρης Λάγιος (επιμ.), 1983.

[24] Αστικό λαϊκό τραγούδι της Ζακύνθου (αντίστοιχο της Κεφαλλονίτικης Αριέτας) για τέσσερις αντρικές φωνές, χωρίς οργανική συνοδεία. Από το ιταλικό "a orecchia" = με το αυτί.

[25] Βλέπε επίσης Επτανησιακά φύλλα ΚΓ΄ 5-6, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο 2003, σελ. 870.

[26] Ο Ξένος δούλευε στο μυαλό του το έργο από το 1948. Βλέπε αναλυτικότερα «Κατάλογος έργων Αλέκου Ξένου (1912-1995)», ό.π, σσ. 178, 204-5.

[27] Σαράντης Αντίοχος, «Η υπέρβαση των χρωμάτων. Ο Κ. Πορφύρης και η συνάντηση», Επτανησιακά φύλλα ΚΕ΄ 1-2, Ζάκυνθος, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2005, σελ. 146.

Για τον "Προμηθέα" του Αλέκου Ξένου

Από την 1η έως και τις 3 Ιουλίου 2011 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στο Ίδρυμα Κακογιάννη, διεθνές μουσικολογικό συνέδριο με θέμα "Revisiting the Past, Recasting the Present: The Reception of Greek Antiquity in Music, 19th Century to the Present". Το συνέδριο διοργανώθηκε από τον οργανισμό British Association of Slavonic and East European Studies (BASEES) και ειδικότερα από το Study Group for Russian and Eastern European Music (REEM) http://www.basees.org.uk/sgreem.shtml, το μουσικολογικό περιοδικό Πολυφωνία http://www.polyphonia.gr/intro_en.htm και το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής http://www.hellenicmusiccentre.com/index.php?lang=el

Παρουσιάστηκαν πολλές ενδιαφέρουσες εργασίες πάνω στο θέμα του συνεδρίου, με εξέχουσες προσωπικότητες της διεθνούς μουσικολογικής κοινότητας να παίρνουν μέρος (βλ. και το πρόγραμμα http://athensconf2011.gateweb.gr/program.php). 

Στην πρωινή συνεδρία της Κυριακής 3 Ιουλίου παρουσιάστηκε και η εργασία του μουσικολόγου Αλέξανδρου Χαρκιολάκη πάνω στο συμφωνικό ποίημα-μπαλέτο του Αλέκου Ξένου "Προμηθέας". Ο Προμηθέας αποτελεί διαχρονικό θέμα για τους καλλιτέχνες και έχει χρησιμοποιηθεί με ποικίλους τρόπους ώστε να εκφράσει προβληματισμούς της εποχής του. Ο συμβολισμός του αναδείχθηκε ιδανικά την εποχή του ρομαντισμού και συνέχισε να αποτελεί σημείο αναφοράς μέχρι και στον 20ό αιώνα.   

Η "Κύπρος" του Αλέκου Ξένου στην Ευρωπαϊκή Γιορτή της Μουσικής

Την Τρίτη 21 Ιουνίου στo πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Γιορτής της Μουσικής, η Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών διοργάνωσε συναυλία εντός του χώρου της Βίβλιοθήκης με ελεύθερη είσοδο. Ανάμεσα στα συγκροτήματα που έπαιξαν ήταν και το νεοσυσταθέν Κουιντέτο Χάλκινων Πνευστών ΧΡΩΣΕΙΣ, οι οποίοι ερμήνευσαν σε επεξεργασμένη μορφή το έργο του Αλέκου Ξένος "Κύπρος". Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εκδήλωση δείτε http://www.mmb.org.gr/page/default.asp?la=1&id=41&pl=152&pk=147&ap=150

Ντοκιμαντέρ για τον Ξένο στην εκπομπή της ΕΤ-1 Παρασκήνιο στις 4/3/2010

Την Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010 στις 9 το βράδυ στην εκπομπή Παρασκήνιο της ΕΤ-1 θα προβληθεί σε επανάληψη το ντοκιμαντέρ για τον Αλέκο Ξένο σε σενάριο και σκηνοθεσία του Λευτέρη Ξανθόπουλου. Η πρώτη μετάδοση του ντοκιμαντέρ είχε γίνει πέρσι στις 22 Απριλίου. Το ντοκιμαντέρ είχε επίσης προβληθεί στις 3 Φεβρουαρίου του 2010 στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Είναι το δεύτερο σχετικό αφιέρωμα που γίνεται στο συνθέτη μετά το εκτενέστερο ντοκιμαντέρ της Ρένας Χριστάκη Αλέκος Ξένος - Ο συνθέτης της αντίστασης και της ειρήνης (ζώντος ακόμα του συνθέτη) που είχε προβληθεί το 1995 από την ΕΤ2.

Αφιέρωμα στον Ξένο από την ομάδα Τσιριτσάντσουλες

Η καλλιτεχνική ομάδα Τσιριτσάντσουλες γιορτάζει τα 10 χρόνια της και οργανώνει φεστιβάλ ποικίλλων εκδηλώσεων. Στα πλαίσια του φεστιβάλ, το Σάββατο 6 Μαρτίου 2010 στις 6 το απόγευμα στο cine Φιλίπ (Θάσου 11, Πλατεία Αμερικής, γενική είσοδος 5 ευρώ) θα πραγματοποιηθεί συναυλία-αφιέρωμα στον Ξένο, με την παρουσίαση δύο πλήρων κύκλων παιδικών τραγουδιών του συνθέτη (σε ποίηση Χάρη Σακελλαρίου και Γιώργου Μουρέλου). Συμμετέχοντες: Αναστασία Έδεν, φωνή. Διονύσης Σεμιτέκολος, πιάνο και εναρμόνιση. Διονύσης Ματαράγκας, εικαστικά.

Για λεπτομέρειες δείτε εδώ.

 

Βιογραφικό σημείωμα του μουσουργού Αλέξανδρου Ξένου

Όταν ένας φίλος με ρώτησε που μπορεί να βρει βιογραφικό του Ξένου στο διαδίκτυο διαπίστωσα ότι το αυτοβιογραφικό κείμενο του συνθέτη δεν είναι διαθέσιμο. Σπεύδω λοιπόν να το αντιγράψω εδώ. Η προηγούμενη (πρώτη;) γνωστή μου έντυπη δημοσίευση έγινε στον κατάλογο έργων του Ξένου στη Μουσικολογία (σσ. 197-9). Οι υποσημειώσεις και οι αγκύλες ανήκουν στον επιμελητή. Τέλος, ένα γενικό κείμενο για το χαρακτήρα της μουσικής του Ξένου δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Classical music gr.


Ο Αλέξανδρος Ξένος του Διονυσίου γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου στις 2 Μαΐου του 1912.[1]

Σπούδασε μουσική αρχικά στην Φιλαρμονική Ζακύνθου με δάσκαλο τον αρχιμουσικό Ιωάννη Πήλικα [1870-1942] και αργότερα φοίτησε στο Ωδείον Αθηνών με καθηγητές τον Δημήτρη Μητρόπουλο (μορφολογία - prima vista) τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη (αρμονία) και Γεώργιο Σκλάβο (κοντραπούντο και ενοργάνωση).[2]

Απεφοίτησε το 1939 με δίπλωμα τρομπονιού (ολκωτή σάλπιγγα) και πτυχία αρμονίας, αντίστιξης και ενοργάνωσης.

Άρχισε να γράφει μουσική απ' το 1940. Το πρώτο του έργο είναι το συμφωνικό σκίτσο Νέοι Σουλιώτες εμπνευσμένο απ' την αντίσταση του Ελληνικού λαού ενάντια στους κατακτητές. Πρωτοπαίχτηκε από την ορχήστρα του Ραδιοφωνικού Σταθμού [Ε.Ι.Ρ.] στα μέσα του 1941 με αρχιμουσικό τον Θεόδωρο Βαβαγιάννη και τίτλο Εισαγωγή λευτεριάς.[3]

[Ακολουθεί συνοπτικός κατάλογος των σημαντικότερων έργων του συνθέτη]

Έργα του Αλέξανδρου Ξένου παίχτηκαν από ορχήστρες και χορωδίες στο εσωτερικό και εξωτερικό (Παρίσι, Πράγα, Μόσχα, Λένινγκραντ, Βουκουρέστι, Σάλτσμπουργκ, Ρώμη, Λονδίνο).

Ο Αλέξανδρος Ξένος πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση 1940-1944. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου οργάνωσε φιλαρμονικές και χορωδίες για τις ανάγκες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, έγραψε τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από το λαό μας όπως: Ο ύμνος της Π.Ε.Ε.Α., Ο ύμνος της Αλληλεγγύης, Το τραγούδι του Άρη, τα Τραγούδια για τ' Αετόπουλα, Ο ύμνος της Ε.Π.Ο.Ν., το Εμπρός του Κ[ωστή] Παλαμά κ.ά.

Ο Αλέξανδρος Ξένος από το 1936 συμμετέχει ενεργά στους συνδικαλιστικούς και καλλιτεχνικούς αγώνες των μουσικών και σαν γραμματέας της Ομοσπονδίας Μουσικών Σωματείων Ελλάδας (πρωτοστάτησε για την δημιουργία της) και μέλος του Συμβουλίου της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών συνέβαλε στην διάδοση του μουσικού πολιτισμού της χώρας μας: με την ίδρυση[4] των συμφωνικών ορχηστρών της Ραδιοφωνίας, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

Επίσης αγωνίστηκε για την προώθηση της μουσικής παιδείας στην μέση και ανώτερη εκπαίδευση και την δημιουργία φιλαρμονικών, χορωδιών, μουσικοχορευτικών συγκροτημάτων καθώς και για την ενεργό συμμετοχή του λαού μας στην ερασιτεχνική μουσική παιδεία.

Κατά καιρούς έγραψε διάφορα μουσικολογικά άρθρα (σε εφημερίδες και περιοδικά) α) σχετικά με τη συλλογή και διάδοση της Εθνικής μουσικής κληρονομιάς (λαϊκής και έντεχνης) β) και ενάντια στον εμπορικό, κατευθυνόμενο λαϊκισμό των ρεμπέτικων και των υποπροϊόντων τους που κατεβάζουν το διανοητικό και αισθητικό επίπεδο του λαού μας.[5]

Σαν επαγγελματίας μουσικός (1ο τρομπόνι) έπαιξε (από το 1930 έως το 1967) σε διάφορες ορχήστρες, όπως στην Κ.Ο.Α.[6] - Ε.Ι.Ρ.[7] -Ε.Λ.Σ.[8] κλπ. Και διώχτηκε το 1967 γιατί δεν θέλησε ν' αποκηρύξει τα φρονήματά του.

Οι σκέψεις και τα συναισθήματα του συνθέτη εμπνέονται πάντα από τους αγώνες του λαού μας για ελευθερία, ειρήνη και πρόοδο. Ο Αλέξανδρος Ξένος, για να εκφράσει τις μουσικές του ιδέες δεν ακολουθεί καμιά σχολή. Προσπαθεί ν' αφομοιώσει ό,τι κατά την γνώμη του είναι ζωντανό στη μουσική μας παράδοση (λαϊκή ή έντεχνη) και στις μουσικές επιτεύξεις των άλλων εθνών.



[1] Aπεβίωσε στην Αθήνα την 1η Σεπτεμβρίου 1995.

[2] Αφότου έφυγε για να σπουδάσει δεν επέστρεψε, παρά μόνο περιστασιακά, στη Ζάκυνθο.

[3] Στην πραγματικότητα, το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε με τον τίτλο Συμφωνική πεζογραφία σε Ελληνικό θέμα. Βλ. Σχόλια για το έργο (V: 1).

[4] Εννοεί, όντας ιδρυτικό μέλος, όπως εξάλλου και της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών.

[5] Η δικτατορία χρησιμοποίησε το ρεμπέτικο ως μέσο "κατευνασμού" του λαού (μαζί με άλλα), καταπνίγοντας τη δημοτική μουσική, που έχει ελευθερόφρονα χαρακτήρα.

[6] Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

[7] [Ορχήστρα του] Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.

[8] [Ορχήστρα της] Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Έναρξη λειτουργίας του ιστολογίου

Από το 2003, που εκδόθηκε στο περιοδικό Μουσικολογία (τεύχος 18, Εξάντας, Αθήνα, 2003) ο "Κατάλογος έργων Αλέκου Ξένου", το ενδιαφέρον για τη ζωή και το έργο του συνθέτη παραμένει αμείωτο. Μπορεί να μην υπάρχει συνεχής παρουσία ή να μην είναι όλες οι εκδηλώσεις εξίσου σημαντικές, πλην όμως, έκτοτε έχει υπάρξει πλήθος συναυλιών, δημοσιευμάτων, δισκογραφήσεων κλπ. Αρκετά μάλιστα είναι προγραμματισμένα για το άμεσο μέλλον.

Παρ' όλα αυτά, το έργο του Ξένου παραμένει ακόμα άγνωστο στο ευρύτερο κοινό, κυρίως λόγω έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης. Σε αυτόν τον τομέα στοχεύει κατ' αρχήν αυτό το ιστολόγιο, φιλοδοξώντας να ενημερώνει το φιλόμουσο κοινό για όποια επερχόμενη εκδήλωση, δημοσίευση κλπ σχετίζεται (έστω και μερικώς) με το συνθέτη.

Παράλληλα, θα καταβληθεί προσπάθεια ώστε να καλυφθούν, έστω και επιγραμματικά, όσες παρελθούσες δραστηριότητες αφορούν τον Ξένο.

Είθε αντίστοιχες προσπάθειες να ακολουθήσουν για άλλους Έλληνες συνθέτες που το έργο τους είναι αξιόλογο αλλά δεν χαίρει της προβολής που του αξίζει.